ἔγκτησις

ἔγ-κτησις, [dialect] Dor. [suff] ἔγ-κτᾱσις, εως, ,
A tenure of land in a country or district by a person not belonging to it, X.HG5.2.19 (pl.); the right of holding such property, freq. granted as a privilege or reward to foreigners, ἔγκτασιν γᾶς καὶ οἰκιᾶν Decr.Byz. ap. D.18.91, cf. IG5(1).4.12 ([place name] Sparta), etc.; εἶναι δὲ αὐτῷ οἰκίας ἔγκτησιν ib.22.53.
2 estate, property, LXX Le.25.13, etc.; βιβλιοθήκη ἐγκτήσεων register of properties, BGU76 (ii A. D.), etc.
3 acquisition of territory, Plb.28.20.8 (prob. l.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έγκτησις — ἔγκτησις, η (Α) 1. ιδιοκτησία κτημάτων σε ξένη χώρα 2. το δικαίωμα τής ιδιοκτησίας σε ξένη περιοχή 3. αγρόκτημα, υποστατικό 4. απόκτηση γαιών …   Dictionary of Greek

  • Enktesis — (griechisch ἔγκτησις) bezeichnet das Recht von Bürgern anderer Staaten zum Erwerb von Grund und Boden im antiken Griechenland. Nur Bürger konnten in Athen Grundstücke besitzen. Metöken, die in Athen lebenden Ausländer, waren nicht voll… …   Deutsch Wikipedia

  • ἐγκτήσεις — ἔγκτασις tenure of land in a country fem nom/voc pl (attic epic) ἔγκτασις tenure of land in a country fem nom/acc pl (attic) ἔγκτησις tenure of land in a country fem nom/voc pl (attic epic) ἔγκτησις tenure of land in a country fem nom/acc pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ενωνά — ἐνωνά και ἐνώνα, η (Α) [εν + ωνή] αρχ. βοιωτ. λ. αντί ἔμπασις* ή ἔγκτησις* το δικαίωμα αγοράς κτημάτων σε ξένο δήμο ή περιοχή (δικαίωμα που παρεχόταν σε ξένους ως προνόμιο ή αμοιβή) …   Dictionary of Greek

  • ՍՏԱՑՈՒԱԾ — (ոյ կամ ի, ոց.) NBH 2 0742 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 6c գ. κτῆμα, κτῆσις possessio ἑγκτήσις acquisitio, emptio ὔπαρξις, τὰ ὐπάρχοντα, ὐπόστασις substantia, tiae, facultates ἁποσκευή apparatus եւն. Ստացեալ եւ սեպհական… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • ἐγκτήσεσι — ἔγκτασις tenure of land in a country fem dat pl ἔγκτησις tenure of land in a country fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκτήσεως — ἐγκτήσεω̆ς , ἔγκτασις tenure of land in a country fem gen sg (attic) ἐγκτήσεω̆ς , ἔγκτησις tenure of land in a country fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγκτησιν — ἔγκτασις tenure of land in a country fem acc sg ἔγκτησις tenure of land in a country fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.